CLICK HERE FOR BLOGGER TEMPLATES AND MYSPACE LAYOUTS »

31/1/09

Μεταφορές..

Νέο Worpress link
Update:
Εχμ για όσους δεν κατάλαβαν ότι το παραπάνω είναι λεγόμενο hyperlink εδώ και η πλήρης διεύθυνση
www.mikrostaksideutis.wordpress.com

27/1/09

?

Ένα αναμμένο τσιγάρο.

Δυο δείκτες που τρέχουν,

γελούν πικρά με εμένα.

Με κάθε γύρο τους γερνάω.




Δυο πόδια κινούνται

σχηματίζοντας κύκλους.

Το τσιγάρο σβήνει.

Οι δείκτες σταματούν.




Ένας λαμπτήρας γεννά

μακριές σερνάμενες σκιές.

Δυο βήματα αντηχούν.

Το βλέμμα γυρνά ανήσυχα.




Μάταια. Τα πόδια ξένα.

Οι δείκτες συνεχίζουν βιαστικά,

μέχρι κάποιο γνώριμο βάδισμα

να σπάσει τη σιωπή της αναμονής.




Όταν σμίγουν τα χείλη,

οι δείκτες σαν μαγεμένοι

σταματούν, περιμένουν.

Ίσως ζηλεύουν τον έρωτα.




Δείκτες, οι δυο ερωμένοι

που αιώνια μα μάταια

να σμίξουν προσπαθούν.

Και έτσι ο χρόνος τρέχει...

26/1/09

Μολύβι για την Β

Ένα απόγευμα καθώς ο ουρανός κοκκινίζει από ντροπή στο αποχαιρετιστήριο αγκάλιασμα του ήλιου, οι δυο αυτοί ερωμένοι παρατηρούν ένα μικρό μπαλκόνι στο οποίο είναι καθισμένη μια περίεργη φιγούρα. Σκεπασμένη με μια κουβέρτα με μια κούπα και ένα τσιγάρο που καπνίζουν κρατάει στα χέρια της ένα μικρό βιβλίο. Ο Αλέξανδρος διαβάζει ένα κείμενο του Μπρέχτ που είχε αγόρασε λίγες ώρες νωρίτερα από έναν περιπλανώμενο βιβλιοπώλη. Οι τελευταίες ηλιαχτίδες χαιδεύουν τις λέξεις που έχουν απλωθεί στις σελίδες παρατεταγμένες άτακτα. Τα μάτια του τρέχουν να προλάβουν πριν το σκοτάδι που έρχεται βιαστικά από τα ανατολικά τον προλάβει.

Η ιστορία τον έχει συνεπάρει. Ένα δάκρυ προσπαθεί να αυτοκτονήσει, αλλά ο κρύος αέρας δεν το αφήνει. Ζηλεύει τον ποιητή που με τόση τέχνη σκηνοθετεί τις λέξεις. Είναι σίγουρος πως αυτή η ιστρία αγάπης θα άρεσε στην Αριάδνη. Μια σκέψη αρχίζει να γεννιέται με κάθε λέξη που διαβάζει. Ίσως δεν θα ταίριαζε με το βιβλίο του. Ίσως όμως το αποτέλεσμα να ήταν κάτι ιδιαίτερο. Το μυστήριο ίσως δεν του ταιριάζει και τόσο. Φαίνεται και στο τελευταίο κεφάλαιο που πασχίζει να γράψει. Αποφασίζει να αφήσει το χέρι και το μολύβι του να καθορίσουν τη ρότα της ιστορίας του.

“Οδηγώ στους υγρούς από τη βροχή δρόμους, σαν να διαπλέω τον Αχέροντα, για να καταλήξω στην σκοτεινή πλευρά της πόλης, όπου στεγάζεται και το γραφείο μου. Στα αυτιά μου φτάνουν οι παφλασμοί των αυτοκινήτων, που σε μια συνεχή χορογραφία πλέουν προς προορισμούς χαμένους στον ωκεανό των προαστίων.

Καθώς φτάνω στο χλωμά φωτισμένο αστυνομικό τμήμα με περιμένει ο κοσμηματοπώλης για τον οποίο μου είχε μιλήσει η Αριάδνη και τον οποίο είχα καλέσει να με δεί. Ο νεκρός της υπόθεσης μου ονομάζεται Νίκος Σταύρου και στο σπίτι του είχε βρεθεί ένα μερίδιο από κλοπημαία της υπόθεσης του κου Σταμάτης Πλαΐνης αν και η υπόθεση του είχε μπεί βιαστικά στο αρχείο χωρίς να της δοθεί μεγάλη σημασία. Άν δεν είχε δολοφονηθεί ο επιχειρηματίας δεν θα είχαν βρεθεί τα κοσμήματα και η υπόθεση της μικροκλοπής θα έμενε ξεχασμένη. Γιατί όμως ένας επιχειρηματίας να κλέψει ένα συνοικιακό κοσμηματοπωλείο; Δεν είχε τόσο μεγάλη οικονομική ανάγκη, κάτι άλλο πρέπει να ήταν κρυμμένο στις σκιές αυτής της υπόθεσης.

Αυτό ήθελα να μάθω σήμερα γι’ αυτό και είχα καλέσει τον συγκεκριμένο άνθρωπο σήμερα στο γραφείο μου. Ελπίζω να μην κρατούσε πολύ η διαδικασία, ήμουν αγουροξυπνημένος. Έπρεπε να του τονίσω πως αν με βοηθούσε ίσως να έφτανα παράλληλα στον εντοπισμό και του άλλου ληστή. Ίσως η δικαιοσύνη να τον βοηθούσε και αυτόν. Έτσι θα μπορούσε να συνεχίσει κανονικά τη ζωή του. Βοήθα με Πλαΐνη! Σε παρακαλώ..”

Μια καλή συνέχεια σκέφτεται ο Αλέξανδρος, ο ντετέκτιβ έπιασε το μίτο που του είχε αφήσει η Αριάδνη. Τώρα λείπει ο Μινώταυρος.... Ποιά θα μπορούσε όμως να είναι η σύνδεση της δολοφονίας και της μικροκλοπής; Μια σκιά σέρνεται κοντά στο μυαλό του. Όμως αυτή τη φορά είναι αποφασισμένος δεν θα σταματήσει. Το μυστήριο θα λυθεί. Μα είναι κάτι άλλο που τον απασχολεί. Ίσως να ασχοληθεί περισσότερο με τους χαρακτήρες και λιγότερο με το ίδιο το μυστήριο. Ίσως. Θέλει να το σκεφτεί καθώς θα παρασέρνει τον ντετέκτιβ του σε δρόμους και πλεκτάνες.

Η Άννα κατεβαίνει από το λεωφορείο. Το βλέμμα της σταματάει πάνω στην πλάτη του Αλέξανδρου που είναι ακουμπησμένη σε κάποιο σπίτι. Σκεπτικός ακόμα βυθισμένος στον λαβύρινθο του. Τα χέρια της τον αγκαλιάζουν πριν ο ίδιος καταλάβει ότι είναι εκεί. Την αγκαλιάζει καθώς στο χέρι του κρατάει μια μικρή ατζέντα στην οποία σημειώνει σκέψεις, φράσεις, παραγράφους, ανάμεσα σε ένα μωσαϊκό με μουτζούρες.

“ Η πόρτα του γραφείου μου μόλις έκλεισε πίσω από τον κύριο Πλαΐνη, πέρασαν δυο ώρες από τη στιγμή που μπήκα μέσα. Άργησε να συνεργαστεί μαζί μου, προφανώς ήταν πολύ φοβισμένος. Του εγγυήθηκα πως θα τον βοηθήσουμε όσο μπορούμε. Του υποσχέθηκα ότι θα φρουρείται και το σπίτι και το κατάστημα του. Φοβόταν. Είχαν απειλήσει και την ζωή του σε περίπτωση που μιλούσε. Τι να πεί όμως;

Άργησε να με εμπιστευθεί. Νομίζω ανακουφίστηκε όταν δεν του φέρθηκα με τον τρόπο που του φέρθηκαν αρκετοί αστυνομικοί. Χάρηκε που δεν ήμουν ένστολος. Ίσως να του προκαλούσε κάποιο φόβο η στολή. Μου το είπε μετά αυτό. Οι τρόποι του εξαρχής το μαρτυρούσαν όμως συχνά κοιτούσε προς τα κάτω. Δεν φοβόταν μόνο τους εγκληματίες που τον λήστεψαν αλλά και εμένα. Αυτό πρέπει να πώ πως με έφερε σε αμηχανία. Έπρεπε να τον πείσω για τις προθέσεις μου. Γι’αυτό του μίλησα ευθέως. «Ψάχνω αυτούς που σκότωσαν έναν από τους δυο που σε έκλεψαν. Καταλαβαίνω πως ίσως αισθάνεσαι δικαιομένος. Αλλά φοβάμαι πως δεν είναι ένας αλήτης που ήθελε τα λεφτά σου μόνο..»

Μιλώντας του έτσι κατάφερα να τον γείρω προς το μέρος μου. Μου απάντησε πως όντως δεν ήταν όπως είχε δηλώσει στην πρώτη του κατάθεση. Φοβόταν να τα δηλώσει όλα. Φοβόταν να αλλάξει την κατάθεση και τη στιγμή που με βοηθούσε μαρτυρόντας την παράλειψη του έτρεμε. Δεν ήθελε να εμποδίσει την αστυνομία είπε. Απλά ήταν και ο ίδιος αρκετά μπλεγμένος. Σιγά σιγά οι λέξεις ξετρύπωναν από το στόμα του.

Μια οργάνωση εγκληματιών εισέπραττε «φόρους» -δωρεά των κατοίκων για το έργο της, όπως το αποκαλούσαν οι ίδιοι- από τους επιχειρηματίες της περιοχής. Είχαν ορισμένους «φοροεισπράκτορες» που περνούσαν μηνιαία από τις μικροεπιχειρήσεις της περιοχής. Είχα μείνει άναυδος! Δεν είχα τολμήσει να φανταστώ πως αυτή η μικροοργάνωση όπως το παρουσίαζε η επίσημη θέση της αστυνομίας είχε τέτοιες δραστηριότητες. Μια εβδομάδα πριν το έγκλημα της οδού Κόρντον στην οποία βρισκόταν το κοσμηματοπωλείο είχαν φτάσει οι δυο εισπράκτορες. Ο μικροεπιχειρηματίας είχε αρνηθεί πεισματικά να πληρώσει και το αποτέλεσμα ήταν επτά ημέρες μετά να εισβάλλει ένας άγνωστος μαζί με τον νεκρό στο κατάστημα. Ο κος Σταμάτης ταύτιζε την φωνή του πλέον νεκρού εγκληματία με αυτή του ενός εκ των δύο εισπρακτόρων της συνοικίας.

Πλέον υπάρχει μια λογική εξήγηση. Ίσως ένας φόνος παραδειγματισμού προς τους υπόλοιπους. Μάλλον αυτός ήταν και ο λόγος της κλοπής εξαρχής. Μετά το επεισόδιο μεταξύ των δυο ληστών μέσα στο κοσμηματοπωλείο μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να είναι αναμενόμενη. Σε αυτά τα συμπεράσματα κατέληξα με τον επιχειρηματία ο οποίος πλέον φοβάται για την ζωή του.

Είμαι χαρούμενος. Πλησιάζει η ώρα που θα συναντήσω επιτέλους την Αριάδνη. Είμαι σίγουρος πως θα με ρωτήσει τι έγινε σήμερα, αλλά δεν θέλω να το συζητήσω. Δεν με ενδιαφέρει. Περιμένω να βρεθώ κοντά της. Να αγγίξω τα μαλλία της. Να την φιλήσω.”

Ο Αλέξανδρος ένιωσε άσχημα. Μπορεί ο ντετέκτιβ να εμφανίζεται τόσο ψυχρός απέναντι στην υπόθεση του; Με την ίδια ψυχρότητα όμως δεν αντιμετωπίζει και ο ίδιος τα άρθρα του περιοδικού; Από την στιγμή που φτάνει στο γραφείο του σκέφτεται την στιγμή που θα μαζέψει την τσάντα του, θα γυρίσει σπίτι του και θα βρεί την Άννα η οποία σχολάει μια ώρα νωρίτερα από αυτόν. Θα την αγκαλίασει και θα ξαπλώσει δίπλα της στον καναπέ. Ίσως να είναι η Αριάδνη ο σκοπός του ντετέκτιβ και μάλλον αξίζει. Ναι μεν έφτασε ένα βήμα πιο κοντά στην εξιχνύαση του εγκλήματος, αλλά γι’ αυτόν είναι πιο σημαντική η συνάντηση με την δημοσιογράφο. Το ίδιο πιστεύει πως θα έκανε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος.

Η Άννα τον παρατηρεί σκεπτικό στο κρεβάτι να γράφει. Κάθεται δίπλα του και του ψιθυρίζει να σταματήσει. Μπορούν να πάνε μια βόλτα. Να περπατήσουν αγκαλιά στα σκοτεινά σοκάκια. Ένα ονειροπόλο χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπο του. Την ακολουθεί μαγεμένος σχεδόν προς την πόρτα.

“Χτύπησα το κουδούνι της. Η Αριάδμη ανοίγει την πόρτα ντυμένη πρόχειρα. Στο χέρι της ένα βιβλίο του Μπρέχτ. Σήμερα το αγόρασε όπως λέει. Της άρεσε πολύ. Το ερωτέυτηκε. Ζήλεψα. Αυτή η λέξη με πλήγωσε. Ερωτεύτηκε το βιβλίο μπορούσε να είχε ερωτευτεί και εμένα.. Με κοιτά με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Μπορεί να μην είμαι ερωτευμένη με ένα βιβλίο. Γνώρισα έναν πολύ ενδιαφέρον ντετέκτιβ, μου ψιθυρίζει καθώς τα χείλη μας πλησιάζουν μεταξύ τους...”

Ένα μολύβι ξαπλωμένο και αυτό στο κρεβάτι του Αλέξανδρου δίπλα σε μια στοίβα από ματωμένα χαρτιά. Η ιστορία έχει πάρει την ρότα που το ίδιο αποφάσισε. Ο έρωτας του ντετέκτιβ φαίνεται να υπερισχύει της υπόθεσης του. Μα και σε αυτήν υπάρχει μια μεγάλη πρόοδος. Ίσως ο δρόμος προς την έξοδο να οδηγεί μπροστά από τον Μινώταυρο...

22/1/09

Άνθη

Νεκρά Άνθη.

Πτώματα Σε Ένα

Δάσος Γκρίζο.

Κούραση. Φόβος.

Φαντασία, Νεκρή.




Νεκρά Άνθη.

Στίχοι Ζωής,

Ένα Τραγούδι

Λυπητερό.

Μελωδία, Νεκρή.




Νεκρά Άνθη.

Μισημένη Ζωή.

Ξέφρενη Πορεία,

Αυτοκτονική.

Αισθήση, Νεκρή.




Νεκρά Άνθη.

Φύλλα Ανέκφραστα.

Αισθήματα Μαραμένα.

Πέταλα Κουρασμένα.

Πρόσωπα Άοσμα.

Φύση, Νεκρή.




Νεκρά Άνθη.

Ρέουν, Πλέουν.

Δρόμοι, Ποτάμια.

Παραίτηση.

Ελπίδα, Νεκρή.




Νεκρά Άνθη.

Ψευδής Ευτυχία.

Ζωώδης ευχαρίστηση.

Πνεύματα, Νεκρά.

Πότε θα ανθίσουν;

18/1/09

Φεγγάρι για την Β

"Καθώς πλησιάζω την νεαρή κοπέλα με κοιτάει επίμονα. Ερωτηματικά. Ερωτικά. Τα μάτια μας συνομιλούν. Τα σώματα μας επικοινωνούν, σχεδόν χορεύουν καθώς ανταλλάσουμε τις πρώτες λέξεις. <<Το αγαπημένο τραγούδι μου>> αναφωνεί καθώς οι πρώτες νότες καταφτάνουν από ένα παλιό τζουκμπόξ. Σύμπτωση; Ψέμα; Όπως και να ΄χει λίγα δευτερόλεπτα μετά τα πόδια μας αρχίζουν να σχηματίζουν ιδιόμορφα σχήματα στο δάπεδο του μικρού μπαρ."
Τον Αλέξανδρο ξυπνάει ένα φιλί και μια αγκαλιά. Ζεστό ψωμί. Πάνω του ξαπλωμένη η αγαπημένη του μαρμελάδα. Το μυαλό του ανοίγει τα μάτια του, κάτω από την σκιά της γνώριμης πόλης, όπου ένας μουδιασμένος ήλιος πασχίζει να σηκωθεί. Το μουντό πρωινό τον πνίγει σαν την σκοτεινή θάλασσα μα κάπου να πιαστεί πριν βυθιστεί σε αυτήν. Η νέα φίλη του ντετέκτιβ είναι αναμφίβολα μια πιθανή διέξοδος από τον λαβύρινθο. "Αριάδνη" αναφωνεί κρατώντας την αγαπημένη του κούπα. Ο καυτός καφές ικανοποιεί την όσφρηση του. Καθισμένος στο κρεβάτι κοιτάει την βροχή που πνίγει τον δρόμο. Δυο χέρια χαιδεύουν την πλάτη του και η φωνή του επαναλαμβάνει μονότονα:"Αριάδνη". "Άννα" συνεχίζει καθώς γυρίζει προς τα χέρια αναζητώντας το πρωινό φιλί.
Ευτυχώς είναι Κυριακή και το περιοδικό είναι κλειστό. Μπορεί να απολαύσει την ημέρα με την Άννα. Ξαπλώνει πίσω στο κρεβάτι με το κεφάλι του να ακουμπά πάνω στα πόδια της καθώς αυτή στερεώνει ένα φρεσκοστριμμένο τσιγάρο στο στόμα το και βυθίζει πάλι το χέρι της στον καπνό για να ικανοποιήσει και την δική της επιθυμία. Στο μυαλό του Αλέξανδρου γυρίζει το όνομα της μαυρομαλλούσας Αριάδνης.
"Μετά τον χορό καθήσαμε πάλι στο μπαρ. Άρχισαν τώρα να χορεύουν οι σκέψεις μας μαρτυρώντας στα αυτιά του άλλου τα μυστικά μας. Η Αριάδνη, αυτό είναι το όνομα της, είναι φοιτήτρια δημοσιογραφίας. Τα μάτια της με περιεργάζονται, ενώ το χαμόγελο της με βυθίζει σε ένα όνειρο μακριά από την σκιά της υπόθεσης. Μπροστά της απλωμένες προχειρογραμμένες σημειώσεις από μια συνέντευξη. Εργάζεται σε μια εφημερίδα. Όταν της λέω πως είμαι ντετέκτιβ απορεί:

-Δηλαδή ασχολείσαι με παρακολουθήσεις, απατημένους συζύγους, κλπ.; με ρωτάει περιπαικτικά.
-Όχι, με δολοφόνους και κακοποιούς, ίσως θα ήταν καλύτερες οι απιστίες..."

Ο Αλέξανδρος προσπαθεί να αποφύγει τους άμεσους διαλόγους, θέλει άλλωστε να επιτρέψει στον αναγνώστη και στην φαντασία του να περιπλανηθούν στον λαβύρινθο του. Θεωρεί πως η ιστορία ανήκει εν μέρει σε αυτόν που τη διαβάζει. Θέλει οι αναγνώστες του να σκέφτονται σαν ερευνητές που με τα στοιχεία που τους δίνει ο ίδιος, σχεδιάζουν στο μυαλό τους την υπόλοιπη ιστορία. Αφήνει τους πρωταγωνιστές πιο ελεύθερους. Γι' αυτό και ο ντετέκτιβ έχει τόσο ομιχλώδες πρόσωπο, ντύσιμο, μυαλό. Άν και πρωταγωνιστής ο αναγνώστης λίγα διαβάζει για αυτόν άμεσα. Η φιγούρα του μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Συχνά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος ταυτίζεται με τον ήρωα. Άλλοτε γίνεται κάποιος ξένος. Είναι απρόσωπος αλλα οδηγεί στην κατάληξη που αναζητά ο αναγνώστης. Δίνει διάφορους στόχους στον ήρωα. Έτσι ο αναγνώστης αστυνομικών μυθιστορημάτων θα θεωρήσει πως το μυστήριο είναι η κεντρική ιστορία, ενώ κάποιος άλλος ίσως δει την ίδια ιστορία από κάποια άλλη οπτική γωνία.
Σκέφτεται την περιγραφή τής Αριάδνης, ίσως πιό σαφής απ' ότι συνηθίζει, μα όταν την γεννούσε το μυαλό του, αυτό έτρεχε στην αγκαλιά της Άννας. Φυσικό είναι να μην μπορεί ούτε ο ντετέκτιβ να αντισταθεί στην μικρή δημοσιογράφο του που κάθεται και γράφει στο μπαρ όπως και η Άννα του. Θυμάται καθαρά την μέρα που την γνώρισε στο αγαπημένο τους στέκι. Την είχε πλησιάσει με τον ίδιο τρόπο όπως και ο ντετέκτιβ.
"Την επόμενη μέρα συναντιόμαστε για μια βόλτα στο κέντρο της πόλης, αγκαλιασμένοι κυλάμε στα στενά σοκάκια της γκρίζας πόλης. Ώρες περιδιαβαίνουμε τα πλακόστρωτα δρομάκια. Ένα χαμόγελο είναι ζωγραφισμένο στα χείλη και των δυο μας. Περνάμε ωραία μαζί, αλλά πρέπει να συγκεντρωθώ και στην δουλειά μου. Προς το παρόν απολαμβάνω το κυριακάτικο απόγευμα. Ξέρω όμως ότι αύριο ίσως υπάρχουν και κάποιες εξελίξεις, κάποιο νέο από την ιατροδικαστική εξέταση. Ίσως ένα βήμα πιο κοντά στα ίχνη της οργάνωσης που εκτέλεσε τον άτυχο επιχειρηματία. Ίσως... Προς το παρόν όμως θα απολαύσω την βραδία που ακολουθεί τον κοκκινισμένο ορίζοντα.
Kαταλήγουμε σε ένα μικρό εστιατόριο με μπαλκόνι όπου καθόμαστε απολαμβάνοντας κόκκινο κρασί και τα λόγια μας.
Η αγκαλιά της Αριάδνης σύντομα με φιλοξενεί, ενώ τα λόγια της χαιδεύουν τα αυτιά μου.
Kαθώς όμως προχωράει η συζήτηση αρχίζει να μου περιγράφει την συνέντευξη που πρέπει να δημοσιεύσει. Ένας κοσμηματοπώλης που πρόσφατα είχαν ληστέψει μια συμμορία. Η ληστεία ήταν σημαντικής αξίας αλλά το περιστατικό που επαναλάμβανε συχνά ο ιδιοκτήτης ήταν μια λογομαχία που είχαν μεταξύ τους οι ληστές γιατί ο ένας αρνήθηκε να πάρει όλα τα κοσμήματα, ώστε να μην καταστραφεί τελείως ο μικροεπιχειρηματίας. Το όνομα του "αντιφρονούντα" ήταν Νίκος και κατα τη διάρκεια της λογομαχίας απείλησε τον συνομιλητή του ότι θα τον απέλλασε και από το άλλο μάτι του. Πώς μπορούν να είναι τόσο κακοί αναρωτιόταν η νεαρή δημοσιογράφος... Την ακούω με προσοχή, κρέμομαι από τα λεπτά χείλη της ότι και αν πεί. Η συζήτηση όμως ευτυχώς αλλάζει αρκετά γρήγορα από αυτό το καθημερινό για εμένα θέμα και τα χείλη μας σμίγουν, κοκκινισμένα από το κρασί, σε μια μικρογραφία αγκαλίας.
Λίγη ώρα αργότερα βρισκόμαστε και πάλι στα στενά σοκάκια καθώς το φεγγάρι μας χαμογελάει από ψηλά. Προχωράμε προς το σπίτι της που βρίσκεται κεντρικά και μακρυά από την σκοτεινή πλευρά της πόλης που μου κρύβει τόσα μυστικά ακόμα. Αυτή που με την τόσο αντίθετη ατμόσφαιρα από την σημερινή, σκοτεινιάζει την καρδιά των κατοίκων της και την γεμίζει με καθημερινό φόβο. Δύο πόλεις σε μια, μια όμορφη και μια άσχημη, παράδεισος και κόλαση. Ευτυχώς σήμερα βρίσκομαι στον παράδεισο"
Ο Αλέξανδρος καθώς γύριζε από ένα παρόμοιο εστιατόριο με την Άννα κρεμασμένη στο χέρι του αναρωτιόταν το ίδιο. Καθώς επίσης ότι αυτά τα ρεπορτάζ της Αριάδνης θα μπορούσαν να είναι ο μίτος που τόσο καιρό αναζητούσε, αυτός που θα οδηγούσε τον ντετέκτιβ στη λύση του μυστηρίου, το βιβλίο του στους αναγνώστες και τον ίδιο μακρυά από αυτόν τον εφιάλτη που τόσες εβδόμαδες τον ταλαιπωρούσε. Καθώς σκεφτόταν αυτά παρατηρούσε το χλωμό πρόσωπο που διέσχιζε τον ουρανό και φώτιζε την Άννα.

11/1/09

Μαρμελάδα για την Β

Αφιερωμένο στην Β.


Κόκκινο χρώμα. Έντονο, φωτίζεται από το χλωμό βούτυρο. Αγκαλιά στο αφράτο κρεβάτι τους. Η γεύση δροσιστική, φρουτώδης, τυλίγει τη γλώσσα του Αλέξανδρου, ο οποίος κλείνει τα μάτια του απολαμβάνοντας το πρωινό του καθισμένος στον καναπέ κοντά σε έναν γκρεμισμένο πύργο χαρτιού καλυμμένο με λέξεις και μουτζούρες. Μουτζούρες δυο ειδών, τις μανιασμένες γραμμές που αποζητούν να διαγράψουν τα ίχνη της σκέψης και τα ανέμελα, ασυνάρτητα σχήματα που αποτελούν χρονομηχανές για την ιστορία του βιβλίου καθώς ο χρόνος σταματά και ψάχνει στο μυαλό του συγγραφέα. Γύρω από το θλιβερό θέαμα του πεσμένου πύργου κείτονται αρκετά μολύβια και πένες, οι πολιορκητικοί κριοί που άλωσαν το κάστρο. Σηκώνεται κρατώντας μια κούπα καφέ, πλησιάζει προς το παράθυρο. Καθώς το βλέμμα του τρέχει στα απέναντι γκρίζα διαμερίσματα της μεγαλούπολης στην οποία ζεί, στέκεται στην αντανάκλαση του στο τζάμι.
Τα καστανά μαλλιά του ανακατεμένα από τον άβολο ύπνο αλλά και από την μάχη με τη σκέψη του καθώς προσπαθεί να συνεχίσει το μυθιστόρημα που γράφει. Μάταια. Ξέρει πως κάτι λείπει από την πλοκή, θέλει ο ήρωας του να είναι πιο ρεαλιστικός. Αντιθέτως από την μαρμελάδα της γιαγιάς του δεν λείπει τίποτα. Κάθε φθινόπωρο απολαμβάνει αυτή την μαρμελάδα. Άλλοτε με παρέα, άλλοτε ξαπλωμένος στο κρεβάτι, άλλοτε μόνος... Τα τελεύταια 20 χρόνια, από τότε που ήταν 8 χρονών, θυμάται αυτή τη μαρμελάδα. Κάθε χρόνο. Τόσα χρόνια τόσα διαφορετικά συναισθήματα. Φέτος πιο δύσκολα από ποτέ ίσως. Ένα μισογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, μια μισοπαρατημένη κριτική, η πίεση από τον διευθυντή του περιοδικού στο οποίο εργάζεται τα τελευταία δυο χρόνια.

Το βιβλίο... Μια στοίβα σημειώσεις.... Μια ιστορία.... Ένας ντετέκτιβ που κυνηγάει τη λύση ενός μυστηριώδους φόνου στα στενά μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, ωραία πλοκή, πολλή δράση, κυνηγητά και όμως δεν τον ευχαριστεί. Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και κοιτάει τη στοίβα χαρτιών με ένα απαξιωτικό βλέμμα. Γράφει κάτι που δεν τον εκφράζει άμεσα. Έχει πλάκα η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, είναι κάτι που δεν είχε ξανατολμήσει. Είχε πλάκα. Αυτός ο πύργος έχει στοιχείωσει τις νύχτες του, η σκιά του καλύπτει όλο του το είναι. Ψάχνει απεγνωσμένα ένα τρόπο να γλυτώσει από το μανιασμένο σκύλο της λογικής μα κάθε φορά εμφανίζεται ένας νέος τοίχος ακόμα πιο ψηλός...
"Ένα βροχερό απόγευμα στους δρόμους της πόλης, ενώ οι σκιές απλώνονται κάτω από τις σταγόνες, που ίπτανται αυτοκτονικά, βγήκα έξω από το ξενοδοχείο που έμενα. Τα τελευταία ίχνη μου οδηγούν σε ένα αδιέξοδο. Ένας φαύλος κύκλος. Το γράμμα που βρήκα κρυμμένο στο δωμάτιο του θύματος οδηγούσε στον τόπο του εγκλήματος, κάτω από τη γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες της πόλης. Το μόνο όνομα που αναφέρεται στην επιστολή είναι ενός νεκρού....." Μια μελαγχολική μπλέ μουτζούρα καλύπτει τις επόμενες γραμμές.
"Ποιού νεκρού; Πώς πέθανε αυτός; Συνδέεται με την ιστορία;" αναρωτιέται ο Αλέξανδρος.
Κοπανάει το χέρι του στο τραπέζι του καφέ στο οποίο κάθεται κοιτώντας την βροχή έξω από το παράθυρο. Παρατηρεί μάταια τα πρόσωπα των περαστικών ψάχνοντας κάποια ιδέα, μια λέξη. Βλέπει ένα που ίσως μοιάζει οικείο.
"Το ροζιασμένο πρόσωπο, σκασμένο από το πέρασμα του χρόνου. Μια αχνή θύμιση από τα παιδικά μου χρόνια. Το βλέμμα ακολουθεί για πολύ ώρα τα τελευταία βήματα. Το τηλέφωνο χτυπάει, πλησιάζω αργά. Το τηλεφώνημα που περίμενα μήπως; Περίμενα τηλεφώνημα από έναν συνάδελφο, για μια πληροφορία. Βουλιάζω στην αγαπημένη δερμάτινη πολυθρόνα μου, μετά απο μια βαθιά ανάσα σηκώνω το ακουστικό. Με αυτό τον δίνω τον χρόνο σε κάποιον που δεν είχε κάτι σημαντικό να πεί να κλείσει το τηλέφωνο. Αφού όμως επιμένει ίσως είναι κάτι σημαντικό..."

"Τι όμως;;" Ο Αλέξανδρος μασάει με μίσος σχεδόν την άκρη του μολυβιού του. Απόγνωση. Πώς θα δώσει το επόμενο στοιχείο στον ντετέκτιβ του; Χρειάζεται κάτι ρεαλιστικό, όχι την ξαφνική έκλαμψη κάποιου βοηθού. Κάποια πληροφορία; Κάποια συγκυρία τόσο καλά οργανωμένη που να φανεί τυχαία; Όλες αυτές οι σκέψεις στροβιλίζουν στο μυαλό του. Ρίχνει μια βιαστική ματιά στο ρολόι του. Ξαφνιάζεται όταν συνειδητοποιεί πως έχει ήδη αργήσει στο ραντεβού του. Βιαστικά αφήνει λίγα κέρματα στο τραπέζι, σηκώνεται, κρεμάει το παλτό στον ώμο του χώνει το μολύβι και τα χαρτιά του στο ελεύθερο χέρι του.

Τρέχει προς το αυτοκίνητο του. Μια σελίδα γλυστράει, πέφτει στο πάτωμα και βρέχεται καθώς βρίσκει μια λακούβα νερό. Μια λάμπα τρέμει σε μια προσπάθεια της να μην σβήσει τελείως μα αποτυγχάνει. Αυτοκτονεί καθώς σπάει το γυαλί που την περιβάλλει και ο στενό δρομάκι που έχει παρκάρει ο Αλέξανδρος βυθίζεται στο σκοτάδι και την ησυχία της νύχτας.

Την σιωπή σκίζει ο θόρυβος της μηχανής λίγα λεπτά αργότερα, τα φώτα του αυτοκινήτου τρομάζουν μια γάτα. Αφού ρίχνει μια τρομαγμένη ματιά στο μηχανικό τέρας που γρυλίζει και κοιτάει προς το μέρος της πηδάει πίσω από μια προεξοχή του τοίχου και εξαφανίζεται στη σκιά της νύχτας καθώς το τέρας κατευθύνεται προς κάποιο μπάρ.

Όταν μπαίνει στο μπάρ ένα άγνωστο συγκρότημα έχει καταλάβει τη σκηνή και διασκευάζει ροκ και τζάζ επιτυχίες περασμένων χρόνων. Ο Αλέξανδρος ψάχνει στους πενήντα θαμώνες που έχει γεμίσει το μικρό αυτό μαγαζί. Αναγνωρίζει την φίλη του και την πλησιάζε καθώς ξεκρεμάει το σκούρο παλτό και το μαύρο κασκώλ του."Συγγνώμη αφαιρέθηκα" απαντάει στο επικριτικό βλέμμα που περιμένει μια εξήγηση. Βλέπει την απορία να σχηματίζεται στα μάτια της και την προλαβαίνει πάλι "όχι δεν προχώρησε" την αγκαλιάζει και την φιλάει. Γυρίζει προς το μπαρ και ζητάει ένα σκοτς χωρίς πάγο από τον μπάρμαν.

"Καθώς βρίσκομαι σε ένα κακόφημο μπάρ με έναν συνάδελφο. Κακόφημο, έτσι το αποκαλούν οι ανώτεροι μου, επειδή δεν ακούγεται η χαζοχαρούμενη μουσική που παίζουν στα πολυτελή μπαρ που συχνάζουν οι ίδιοι. Το βλέμμα μου συναντάει αυτό μιας γυναίκας. Ντυμένη απλά, καθισμένη μόνη της σε ένα μπαρ με ένα μπλόκ σημειώσεων. Το βλέμμα της εντυπωσιακό σε αντίθεση με το ντύσιμο της. Με μαγνητίζει... Στο βάθος ακούω τον συνάδελφο μου να μιλάει για τον ποδοσφαιρικό αγώνα της περασμένης εβδομάδας. Δεν με ενδιαφέρει πια. Το αδύνατο χέρι της παίζει νευρικά με το μολύβι που τυλίγουν τα μακριά δάχτυλα της. Τα μαύρα μαλλία της πιασμένα σε μια αλογοουρά πλαισιώνουν το χλωμό πρόσωπο της. Φακίδες τόσο ερωτεύσιμες. Γαλανά μάτια τόσο βαθιά που με πνίγουν. Μαζεύω όσο θάρρος μου έχει απομείνει σηκώνομαι, ενώ ο συνάδελφος μου με κοιτάει ξαφνιασμένος και την πλησιάζω..

Απολαμβάνει την μουσική αγκαλιά με την Άννα. Την αφήνει να τον παρασύρει μακρυά από την σκοτεινή πόλη που τον στοιχειώνει τον τελευταίο καιρό. Αγκαλιάζονται, χορεύουν. Ξέρει πως θα ξυπνήσουν στο σπίτι του μεθυσμένοι ακόμα αλλά δεν τον ενδιαφέρει. Θέλει να χαθεί από το ανυπόμονο αστυνομικό ύφος που τον ακολουθεί ψάχνοντας ένα νέο στοιχείο. Η βραδιά συνεχίζεται με τους σκοτεινούς ήχους της κιθάρας να τους παρασέρνουν στα μονοπάτια της μέθης και σε αυτή την σχεδόν ημίμεθη κατάσταση του ήρθε μια ιδέα. Ίσως αυτή τη φορά να έβρισκε έναν μίτο να πιαστεί, μια Αριάδνη να τον περιμένει στην έξοδο του λαβύρινθου.

5/1/09

Ευτυχισμένο το 1984

"Ναι αλλά το 1984 δεν είναι μόνο μια χρονολογία 25 χρόνια πίσω. Κάποτε ήταν ένα μακρυνό μέλλον, άλλοτε πλησιάζει, άλλοτε απομακρύνεται και η χρονομηχανή της σκέψης μας έστειλε εκεί μάλλον όχι τυχαία".


Ο μικρός ταξιδεύτης μας έχει περιπλανηθεί στο μέλλον του παρελθόντος, σε μια δίνη στον χρόνο, ένα 1984 που βρίσκεται στο μέλλον του 1984 της δικής του χρονολογικής μέτρησης, συνεχίζει να απειλεί από το μέλλον όσο και αν το πλησιάζουμε.. Βρίσκεται σε μια τεράστια και τρομακτική τσιμεντούπολη, γύρω του περπατάνε άνθρωποι χωρίς χαμόγελα, με καταθλιπτικά μάτια που κλέβουν εικόνες από τους ιδιωκτήτες των σκιών. Ο ίδιος περπατάει αργά, νίωθει ένα αλλόκοτο φορτίο να τον βαραίνει. Βρίσκεται σε μια πόλη που αν και του φαίνεται οικεία δεν έχει ξαναδεί. Ίσως δεν είναι παρα στενά της πόλης του. Δεν είναι σίγουρος, ο πανικός είναι ο μοναδικός που τον κοιτάει κατάματα, τον τραβάει από το χέρι. Ο μικρός ταξιδεύτης αρχίζει να τρέχει, τα βήματα του αντηχούν στην άσφαλτο, τρομαγμένα βλέμματα τον παρατηρούν, τρέχει να ξεφύγει από το λυσσασμένο σκυλί του φόβου που τον ακολουθεί με μανία. Ξαφνικά γλυστράει, σκοντάφτει και μένει γονατιστός στο οδόστρωμα περιμένοντας σαγόνια να τυλίξουν τον λαιμό του.
Η ανάσα του ηρεμεί καθώς παραιτείται από κάθε προσπάθεια αποφυγής, σηκώνει το βλέμμα του μα αντι για ουρανό μια σκιά τον καλύπτει, μια τεράστια σκιά. Μπροστά του ορθώνεται ένα τεράστιο πυραμιδοειδές λευκό κτίριο, γραμμενα με μεγάλα γράμματα πάνω του είναι τα εξής:

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ

Αυτές οι λέξεις του θυμίζουν κάτι πολύ έντονα. Την μύτη του διαπερνάει η μυρωδιά του νέου βιβλίου που παράγουν οι σελίδες, που κείτονται μπροστά του ματωμένες από τα παγερά μηχανήματα κάποιου τυπογραφείου. Θυμάται αχνά το όνομα κάποιου Γουίνστον. Μα δεν μπορεί να έχει μεταφερθεί μέσα σε κάποιο μυθιστόρημα... Αυτό είναι αδύνατον. Αλλά αυτά τα συνθήματα.... Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο πέραν της φαντασίας ενός ανθρώπου, έτσι δεν είναι αγαπητέ αναγνώστη;
Όμως ο μικρός ταξιδευτής είναι πεπεισμένος πως όσο περίεργο και αν είναι το χρονοταξίδι η βουτιά ανάμεσα σε σελίδες και στην πλοκή ενός μυθιστορήματος είναι σχεδόν αδύνατη. Χωρίς να χρονοτριβεί όμως ο ήρωας μας σηκώνεται και απομακρύνεται με βήμα ήρεμο και γοργό παράλληλα, ακολουθεί τον ρυθμό της πόλης ρέοντας μαζί με τους υπόλοιπους χωρίς να προκαλέσει την προσοχή. Μετά από αρκετή ώρα φτάνει σε ένα δάσος όπου επιτέλους ξαποσταίνει. Πρέπει να βρεί έναν τρόπο να γυρίσει πίσω στον δικό του χρόνο στην δική του κοινωνία όπου επικρατεί η αξιοκρατική δημοκρατία, η κοινωνική ισότητα και η παιδεία για όλους. Μια γρήγορη σκέψη περνάει από το μυαλό του. Στη μνήμη του έρχονται φράσεις που επαναλαμβάνονται στην τηλεοθόνη, ε τηλεόραση της δικής του εποχής από τον αρχηγό του ισχυρότερου κράτους το 2009...



ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

και προσπαθεί να την συνδέσει με την γιγάντια επιγραφή που είδε πάνω στο Υπουργείο Αλήθειας...

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Πόλεμος για να επιτευχθεί η ειρήνη, συνδυάζονται όμως δυο τόσο διαφορετικές έννοιες; Ίσως αν κάποιος κυρήττει τον πόλεμο να πολεμήσεις για να λήξει, μα όταν επικρατεί ειρήνη γιατί να κυρήξει κανείς πόλεμο αποσκοπώντας στην ήδη υπάρχουσα ειρήνη;

Στην εποχή του μικρού ταξιδευτή θεωρητικά έχει απαληφθεί η δουλεία. Ίσως; Έχει απαληφθεί η δουλεία όπως ήταν γνωστή στην αρχαιότητα. Αλλά όσο το σκεφτεται ο μικρός μας ήρωας τόσο πιο συχνή του φαίνεται η δουλεία.. Συχνά εθελούσια, οικονομική δουλεία, πνευματική υποδούλωσση στην τηλεοθόνη και στον τρόπο σκέψης που μας επιβάλλεται έμμεσα. Θυμάται το υπουργείο αλήθειας που είχε συναντήσει νωρίτερα και την προσπάθεια του να υποδουλώση την ελεύθερη βούληση σε συνεργασία με την Αστυνομία της Σκέψης, στο δικό του χρόνο κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται ειρηνικά και έμμεσα.

Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ

Πόσο συχνά στην εποχή του έχει παρατηρήσει συστηματική παραπληροφόρηση από τις "έγκυρες" τηλεοθόνες; Πόσες φορές έχει αισθανθεί άγνοια ο ίδιος ανακαλύπτωντας μια εκδοχή πιό κοντά στην αλήθεια; Ο μικρός ταξιδευτής χαμηλώνει τα μάτια του ενώ ένα δάκρυ κυλάει στο πρόσωπο του. Ήταν συχνά αγνώμων, μα δεν είχε αισθανθεί ποτέ δύναμη. Συχνά του άρεσε να αγνοεί γεγονότα που τον έβαζαν σε σκέψη και στέρευαν την ευτυχία από μέσα του. Ευγνωμονούσε την άγνοια μέσα στην οποία συχνά αισθανόταν ευτυχισμένος το ίδιο έπρατταν και πολλοί άλλοι. Με τι κόστος όμως.... είχαν αφήσει την τύχη του κόσμο σε μερικούς παρανοϊκούς που κυβερνούσαν και σε μια ομάδα τρελών που αντιδρούσε... Αυτοί οι παρανοϊκοί είχαν δύναμη, αποκτούσαν εξουσία και την επέκτειναν καθημερινά. Η άγνοια του κόσμου τους τροφοδοτούσε με μια ασύγκριτη δύναμη, μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν και έτσι έγινε. Παρουσίαζαν τις πράξεις που δηλητηρίαζαν την υγεία της κοινωνίας ως ιατρικές επεμβάσεις που αν και επίπονες θα απέδιδαν στο μέλλον. Λόγια ξύλινα που έτειναν πολύ εύκολα να βυθιστούν στα νερά της λήθης. Μα συχνά συνέβεναν γεγονότα που ήταν καταστροφικά και τότε όλοι κλαίγαν, με κροκοδείλια δάκρυα μα κλαίγαν. Πέθαναν 150 άμαχοι, πληγώθηκαν χιλιάδες στην εισβολή. Δύο τεράστια κράτη που μάχονται πολύ καιρό,
η "Δυτική Ελευθερία" και η "Ανατολική Τρομοκρατία" όπως τα έλεγαν στα μέρη του μικρού ταξιδευτή.
Φόβος παντού. Η ίδια βρώμα που κατέκλυε την τσιμεντούπολη από το 2009 έως το 1984 ακόμα. Φόβος για τον συνάνθρωπο, τρόμος από τον εχθρό αλλά και από τον σύμμαχο και ο εσωτερικός εχθρός είναι ισχυρός. Πανικός. Ένα αίσθημα ισχυρό που μετέτρεπε κάθε στιγμή χαράς σε πιθανή στιγμή τρόμου. Παντού και πάντα. Κάποια αόρατη απειλή και για τους κατοίκους των δυο κρατών. Ποια απειλή; Η τηλεοθόνη δεν σταματάει να μιλάει για απειλές. Μέσα στο σπίτι, έξω από το σπίτι, στο δρόμο, στον ουρανό, στη θάλασσα, σε κάθε ξένο κράτος, παντού και πάντα. Ποτέ δεν θα ηρεμήσει κανείς.
Στο μυαλό του εμφανίζεται ένα τεράστιο κτίριο. Είναι πολύ περίεργο, σαν να αποτελείται από όλα τα μεγάλα κτίρια της εποχής του. Έχει τη βάση του Λευκού Οίκου, τους τρούλους του Ταζ Μαχαλ σε μια άκρη, ένα άγαλμα της Ελευθερίας να κρέμεται στη μέση, όσο ανεβαίνει στενεύει στην κορυφή είναι μια πυραμίδα και πάνω της σαν να θέλει να τονίσει το μέγεθος και το ύψος της κορυφής ο Πύργος του Άιφελ.
Πάνω σε αύτο το τερατούργημα αρχιτεκτονικής σύνθεσης είναι γραμμένο με τεράστια κόκκινα γράμματα:

ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΠΑΝΤΟΥ
ΠΑΝΤΑ

Ο μικρός ταξιδευτής κουνάει το κεφάλι του σαν να προσπαθεί να δίωξει μια άσχημη σκέψη από μέσα μα αυτή δεν φεύγει εύκολα. Μαζί μεγάλωσαν από τα πρώτα παιχνίδια σε κάθε βιβλίο, σε κάθε τάξη... Σκέφτεται πως είναι κατα βάθος όμοιος με τον Γουίνστον, μόνο που ο ταξιδευτής έχει προκαλέσει μόνος του αυτή την κατάσταση στον εαυτό του και την δέχεται χωρίς να αντιδρά.
Δίπλα του περνάνε βιαστικά μια γυναίκα και λίγο πιο πίσω ένας άντρας, παρατήρει σιωπηλός, μιλάνε λίγο, μετα αγκαλιάζονται, φιλιούνται. Ανάμεσα σε κάθε τους φιλί μιλάνε. Τζούλια, Γουίνστον ή όποιοι άλλοι είναι, με τον έρωτα τους νικούν το Κόμμα. Ο μικρός ταξιδεύτης κλαίει..
Ξέρει την κατάληξη του μυθιστορήματος, ξέρει την ιστορία αυτού του 1984... Ίσως όμως αύτο το 1984 να μην είναι παρά η κατάληξη του δικού του κόσμου. Ο φόβος οδηγεί σε περισσότερο φόβο μέχρι που για να αμυνθεί κανείς αρχίζει να ξεσκίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Χαρίζει τις ελευθερίες του για να είναι ασφαλής. Ή μήπως απλά τις παίρνουν; Μας ρωτάει άραγε κανείς για τα μεγαλεπίβολα σχέδια του; Σκέφτεται αφενός την κατάληξη του ζευγαριού δίπλα του. Ζούν με την ελπίδα πως ο έρωτας τους θα νικήσει το Κόμμα και βρίσκονται διαλυμμένοι ή μήπως κερδίζουν τελικά; Μπορεί να έληξε άδοξα ο έρωτας τους μα έζησαν ελεύθεροι έστω και για λίγο. Όπως λέει και ο ίδιος ο Γουίνστον: "Στο παιχνίδι που παίζουμε δεν μπορούμε να νικήσουμε. Μερικές αποτυχίες αξίζουν περισσότερο από άλλες, αυτό είναι όλο"
Και μάλλον τελικα έχει δίκιο. Αποτυχίες εννοεί τις πράξεις που κάναν εναντίον του Κόμματος και η "αποτυχία" που άξιζε περισσότερο για τον ίδιο ήταν αυτός ο έρωτας, η ευτυχία σε κάθε της μορφή είναι το φώς που λούζει αυτές τις τσιμεντουπόλεις και δίνει ελπίδα στον μικρό ταξιδευτή πως το 2009 ίσως να μην γίνει 1984... Ή ακόμα και αν γίνει υπάρχει πάντα μια μικρή έστω ελπίδα. Ξέρει πως ο Γουίνστον δεν θα ξεφύγει από τον μεγάλο αδερφό. Θα επιστρέψει στην δόλια αγκαλιά του. Δεν θέλει να μείνει άλλο σ' αυτό το 1984. Ήρθε ο καιρός να επιστρέψει στο 1984 του 2009. Μα δεν ξέρει πώς.. Έχει σημασία άραγε; η αναζήτηση του μπορεί να συνεχίστει είτε στο παρόν είτε στο μελλοντικό παρόν του παρελθοντικόυ μέλλοντος το οποίο κρύβεται ανάμεσα σε σελίδες χαμένες και σκονισμένες σε κάποιο ράφι...

Καθώς λοιπόν συνεχίζει το μοναχικό ταξίδι του προς άγνωστο προορισμό σιγοψιθυρίζει μονολογώντας...
"But for three years i had roses"...